Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Συγκέντρωση και συγκεντροποίηση στον κλάδο των Super Markets (Β' Μέρος)




Από το REDFLY


Για περίπου 30 χρόνια, από την λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του `70, την ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου, αποτελούσαν αποκλειστικά τα οικογενειακά παντοπωλεία και τα μπακάλικα της γειτονιάς. Περίπου 32.000 μικρά καταστήματακαταγράφονται διάσπαρτα στην επικράτεια της χώρας το 1977, τα οποία εμπορεύονταν τρόφιμα (εκτός από κρέατα & ψάρια), μη αλκοολούχα ποτά και είδη οικιακής χρήσεως ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύονταν και από κάποιο καφενείο ή μια ταβέρνα.

Στο αντίποδα καταγράφονται το 1977 μόλις 290 καταστήματα άνω των 200 m2 με 2 τουλάχιστον ταμειακές μηχανές, στην πλειοψηφία τους στο Λεκανοπέδιο της Αττικής. Ο νέος αυτός τύπος υπεραγοράς τροφίμων, που αργότερα βαπτίστηκε ως Σούπερ Μάρκετ (S/M), έκανε την πρώτη εμφάνισή του στην χώρα στις αρχές της δεκαετίας του `60, όταν οι οικονομικά ισχυρότεροι μπακάληδες ακολούθησαν τα κελεύσματα της Ευρώπης. Το 1962-63 ιδρύονται τα πρώτα καταστήματα της Νίκη ΑΕτων αδερφών Μαρινόπουλου και της Θανόπουλος Σελφ Σέρβις ΑΕΒΕ. Λίγο αργότερα, θα μπουν στο παιχνίδι και οι άλλοι μεγάλοι παίχτες του κλάδου, όπως η Αφοί Βερόπουλοι ΑΕ (1969), η ΑΒ Βασιλόπουλος ΑΕ (1969), η Σκλαβενίτης & Σια ΟΕ (1969) και η Πέντε ΕΠΕ - Γαλαξίας (1971), όλοι στο λεκανοπέδιο της Αττικής.


Η εμφάνιση των πρώτων σύγχρονων υπεραγορών ανησύχησε τους ιδιοκτήτες των μικρών παραδοσιακών καταστημάτων και η πλειοψηφία των παντοπωλείων, η οποία δεν είχε την δυνατότητα αυτόνομης ανάπτυξης υπεραγορών, οργανώθηκε άμεσα σε προμηθευτικές και καταναλωτικές ενώσεις, ώστε να κινηθούν ανταγωνιστικά απέναντι στην «απειλή» των αλυσίδων S/M. Κάποιες μάλιστα παντοπωλιακές ενώσεις, όπως η Αθηνά, η Μάρκετ Ελλάς, η Άλφα Δέλτα, η Μακεδονία, η Μέριμνα κ.α. άρχισαν να αναπτύσσουν και συνεταιριστικάS/M, ανεξάρτητα από τα παντοπωλεία των μελών τους ενώ σε πανελλαδικό επίπεδο, οι ενώσεις παντοπωλών ίδρυσαν το 1975, την ΠΕΠΕΣΚΕ η οποία αριθμούσε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 μέχρι και 12.000 μέλη, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο το «συνεταιριστικό παντοπωλιακό κίνημα» εκείνης της εποχής.

Ένα κίνημα όμως (το κίνημα του μικροαστού θα μπορούσαμε να πούμε), το οποίο ναι μεν καλλιέργησε ελπίδες πως οι μικροί μπορούν μαζικά να αντισταθούν στην απειλή των «κεφαλαιοκρατικών» (όπως τις ονόμαζαν οι ίδιοι) αλυσίδων, αλλά στην ουσία δεν κατάφερε να ανακόψει την πορεία τους προς την απόλυτη κυριαρχία της αγοράς. Μέχρι και την δεκαετία του ’90, οι παντοπωλιακές ενώσεις και οι κρατικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί, κατάφεραν μεν να διατηρήσουν μεγάλα μερίδια της αγοράς, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στο γεγονός πως οι οργανωμένες αλυσίδες αναπτύσσονταν ακόμα βάση της συγκέντρωσης, δηλαδή σύμφωνα με τις δυνατότητες που είχαν από την επανακεφαλαιοποίηση των κερδών τους.
Οι μεταρρυθμίσεις όμως της δεκαετίας του 90 στο τραπεζικό σύστημα και η πλημμυρίδα «εύκολου» χρήματος που ακολούθησε, όπως επίσης η ευρωπαϊκή και κρατική παρέμβαση σε ζητήματα αγοράς και φορολογίας, άλλαξε ουσιαστικά το τοπίο σε βάρος των μικρομεσαίων παντοπωλών και άνοιξε τον δρόμο για την συγκεντροποίηση (εξαγορές-συγχωνεύσεις) που κορυφώθηκε μέσα στην δεκαετία του 1990.
Τα παντοπωλεία και οι παντοπωλιακές ενώσεις εξαγοράστηκαν ή χρεοκόπησαν στην πλειοψηφία τους μέχρι το 1995, ενώ τα καταστήματα των αγροτικών & γεωργικών συνεταιρισμών, αφού με ευθύνη των αστικών κυβερνήσεων διαβρώθηκαν και υπερχρεώθηκαν, στην πλειοψηφία τους ξεπουλήθηκαν μέχρι το 2000 κατά κύριο λόγο στις μεγάλες αλυσίδες. 






Σήμερα από τα 32.000 μικρομεσαία καταστήματα του 1977, έχουν επιβιώσει μόλις τα 11.300, ενώ τακαταστήματα S/M & C/C από 290 το 1977 έχουν φτάσει σήμερα τα 4.400 με τα 1820 περίπου από αυτά (δηλαδή το 41% των καταστημάτων S/M) να ανήκουν στις 10 μεγαλύτερες αλυσίδες. Μάλιστα η καπιταλιστική κρίση, ως παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων, αναμένεται να μειώσει ραγδαία, όχι μόνο τα μικρά καταστήματα τροφίμων αλλά και τα μεμονωμένα S/M, όσο και τα S/Μ των μικρών τοπικών αλυσίδων. 

(Συνεχίζεται)